Μάης '68: Πολιτικές απόψεις μέσα στη μαζική απεργία


 
Από την τρίτη βδομάδα του Μάη, ο τύπος σε όλο τον κόσμο μιλούσε για την "επανάσταση" στη Γαλλία, σαν να υπήρχε "επί ποδός" ένα ενιαίο επαναστατικό κίνημα. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ένα κίνημα, αλλά δύο: αυτό των φοιτητών και αυτό των εργατών. Αν και το καθένα ασκούσε επιρροή στο άλλο, προχωρούσαν με διαφορετικές ταχύτητες, το καθένα με τη δική του δυναμική. Και τα δύο δεν καθορίζονταν μόνο από τις επαναστατικές ιδέες, αλλά και από τα ισχυρά πολιτικά ρεύματα που έβλεπαν σαν στόχο του κινήματος τη μεταρρύθμιση της γαλλικής κοινωνίας και όχι την ανατροπή της.

Το φοιτητικό κίνημα, όπως είδαμε, είχε αναπτυχθεί με τεράστια ταχύτητα, από την πρώτη μικρή διαδήλωση στο προάστιο της Σορβόνης στις 3 Μάη μέχρι την κατάληψη όλων των σχολών στο Παρίσι το βράδυ της 13 Μάη. Επικεφαλής του κινήματος ήταν οι επαναστάτες. Η δική τους πρωτοβουλία και το θάρρος τους να συγκρουστούν με τις πανεπιστημιακές αρχές και την αστυνομία, έσπρωξαν δεκάδες χιλιάδες άλλους φοιτητές στη μαζική δράση.

Αυτό έδωσε τεράστιο κύρος στους επαναστάτες. Βρέθηκαν μπροστά σε μια χωρίς προηγούμενο ευκαιρία να εξηγήσουν στους φοιτητές που αγανακτούσαν από τη βάρβαρη συμπεριφορά της αστυνομίας και τα ψέματα των αρχών, τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός καταστρέφει τις ζωές των απλών ανθρώπων και πώς μπορεί κανείς να παλέψει ενάντια στο σύστημα. Και αυτό ακριβώς έκαναν οι πιο δημοφιλείς ηγέτες του κινήματος -ο Κον Μπετίτ, ο Γκισμάρ, ο Σοβεζό- σε μεγάλες συγκεντρώσεις και στις συνεντεύξεις τους στο ραδιόφωνο και τις εφημερίδες.

Με τον ίδιο τρόπο παρεμβαίνουν σε αμέτρητες συνελεύσεις και συγκεντρώσεις οι μικρές επαναστατικές οργανώσεις: η Επαναστατική Κομμουνιστική Νεολαία (JCR) και η Ομοσπονδία Επαναστατών Φοιτητών που ήταν τροτσκιστικές, καθώς και η Ένωση Νέων Κομμουνιστών (Μαρξιστών-Λενινιστών) και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (Μαρξιστικό-Λενινιστικό), δυο μαοϊκές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές απεύθυναν την επαναστατική προπαγάνδα τους στην τεράστια δεξαμενή της νέας φοιτητικής πολιτικοποίησης παρεμβαίνοντας σε χιλιάδες συζητήσεις σε κατειλημμένες σχολές, στις καφετέριες και στα μπαρ, στις γωνιές των δρόμων του Κατριέ Λατέν.

Από πολύ νωρίς το φοιτητικό κίνημα διαμόρφωσε ένα καινούριο οργανωτικό μηχανισμό μετατρέποντας τους φοιτητές σε "απόστολους" των νέων ιδεών σε άλλους χώρους. Δημιουργήθηκαν Επιτροπές Δράσης. Στην καθεμιά τους συμμετείχαν 10 έως 25 άτομα που είχαν τη δυνατότητα να συναντιούνται και να δρουν καθημερινά. Μέσα σε λίγες μέρες στήθηκαν εκατοντάδες τέτοιες επιτροπές , που έγραφαν και μοίραζαν σε όλο το Παρίσι χιλιάδες προκηρύξεις, που οργάνωναν συγκεντρώσεις στο Κατριέ Λατέν αλλά και στις εργατικές συνοικίες προσελκύοντας νέο κόσμο και συζητώντας μαζί του πώς θα μπορούσε να επαναστατικοποιήσει το δικό του πεδίο δραστηριότητας.

Έχει φτιαχτεί μια κινούμενη φάλαγγα προπαγανδιστικής παρέμβασης και αγκιτάτσιας, που επισκέπτεται τις συνοικίες και τα προάστια με φορτηγά καλυμμένα με σημαίες και πλακάτ. Πωλούν την εφημερίδα της UNEF, την Action (Δράση), μοιράζουν προκηρύξεις, "προκαλούν" μικρές συγκεντρώσεις, ανοίγουν συζητήσεις στο πεζοδρόμιο...

Η κατάληψη της Σορβόνης στις 13 Μάη μετατράπηκε στο οργανωτικό κέντρο του κινήματος. Τα γραφεία της διοίκησης έγιναν γραφεία των επιτροπών Δράσης, οι αίθουσες έγιναν ο χώρος για τις καθημερινές συνελεύσεις των αντιπροσώπων από τις επιτροπές. Το τεράστιο κεντρικό αμφιθέατρο της σχολής μετατράπηκε σε χώρο συνεχών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για τους τρόπους με τους οποίους μπορούσε να επαναστατικοποιηθεί η κοινωνία. Σε μια συζήτηση με ομιλητή το συγγραφέα και φιλόσοφο Ζαν Πωλ Σαρτρ, πάνω από 10.000 άτομα στριμώχτηκαν για να τον ακούσουν σε μια αίθουσα που ήταν φτιαγμένοι για λιγότερους από 2.500.

Ένα άλλο κέντρο επαναστατικής δράσης, που απευθυνόταν κύρια στη μικροαστική διανόηση, δημιουργήθηκε στις 15 Μάη όταν οι "πολιτιστικές" επιτροπές δράσης κατέλαβαν το Εθνικό Θέατρο της Γαλλίας, το Οντεόν. Μέσα στο θέατρο κρεμάστηκε ένα πανό που διακήρυττε: "όταν η εθνοσυνέλευση μετατρέπεται σε αστικό θέατρο τότε ας μετατρέψουμε τα αστικά θέατρα σε εθνοσυνέλευση". Περίπου 7.000 άνθρωποι παρακολουθούσαν εκεί καθημερινά τις συζητήσεις.

Όταν ξέσπασε η Γενική Απεργία στις συζητήσεις στη Σορβόνη και στο Οντεόν δεν έπαιρναν πια μέρος μόνο φοιτητές. Το Καρτιέ Λατέν είχε γίνει ένας μαγνήτης που τραβούσε τον καθένα στο Παρίσι που επηρεαζόταν από τον επαναστατικό ξεσηκωμό. Οι νεαροί εργάτες πήγαιναν για να συμμετέχουν στις διάφορες πρωτοβουλίες, πολλοί μικροαστοί πήγαιναν να δουν το "θέαμα της επανάστασης" σε κίνηση.

Το Καρτιέ Λατέν έγινε επαναστατικό σύμβολο των γεγονότων του Μάη. Τα κτήρια του πανεπιστημίου, με τις κόκκινες και μαύρες σημαίες τους και τις ασταμάτητες συγκεντρώσεις που η αστυνομία δεν τολμούσε να αγγίξει, έμοιαζαν σαν "απελευθερωμένη ζώνη". Τα συνθήματα που ήταν γραμμένα στους τοίχους της Σορβόνης -"Η φαντασία στην εξουσία", "Κάντε τα όνειρά σας πραγματικότητα και την πραγματικότητα όνειρο"- έκαναν το γύρο του κόσμου.

Παρόλα αυτά, δεν ισχύει καθόλου ότι το σύνολο του φοιτητικού κινήματος ήταν επαναστατικό. Απ' τη στιγμή που άρχισε η κατάληψη της Σορβόνης εμφανίστηκαν τρεις διαφορετικές τάσεις.

Υπήρχαν εκείνοι οι επαναστάτες -τροτσκιστές, μαοϊκοί ή αναρχικοί- που έβλεπαν ότι η πραγματική εναλλακτική διέξοδος για την κοινωνία βρισκόταν έξω από τα πανεπιστήμια, στην εργατική τάξη. Αυτό που είχε σημασία ήταν να πάνε στα εργοστάσια και στις εργατογειτονιές, χρησιμοποιώντας τη Σορβόνη απλά σαν ορμητήριο.

Όμως υπήρχαν και αυτοί που θεωρούσαν μεν τους εαυτούς τους επαναστάτες, αλλά πίστευαν πως το πανεπιστήμιο θα είναι το κέντρο της επανάστασής τους. Το σύνθημά τους ήταν η "φοιτητική εξουσία" που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την ανακήρυξη των πανεπιστημίων σε αυτοδιευθυνόμενους, αυτόνομους οργανισμούς που ο κάθε φοιτητής ή εργάτης θα μπορούσε να παρακολουθήσει χωρίς περιορισμούς και χωρίς εξετάσεις. Υποστήριζαν ότι αυτό είναι το αντίστοιχο της "εργατικής εξουσίας" που χρειαζόταν να υπάρξει στα εργοστάσια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επαναστάτες που πρότειναν τη "φοιτητική εξουσία" είχαν μεγάλη υποστήριξη στη μάζα των φοιτητών. Συγκρούονταν άμεσα με την αλλοτρίωση που φέρνει το κόσκινο των εξετάσεων. Η μάζα των φοιτητών μπορεί να σιχαινόταν τις εξετάσεις, αλλά γνώριζε πολύ καλά ότι έπρεπε να περάσει τα μαθήματα για να έχει πιθανότητα να παραμείνει στη σχολή και να μπορεί ίσως να βρει μια δουλειά όταν πάρει πτυχίο. Αυτό οδηγούσε αναπόφευκτα στη διαπίστωση ότι η δράση των φοιτητών από μόνη της δεν μπορούσε ν' αλλάξει την ευρύτερη κοινωνία και να προσφέρει μια εναλλακτική λύση.

Αυτό το συναίσθημα οδηγούσε πολλούς φοιτητές να εγκαταλείψουν τις καταλήψεις. Ακόμα περισσότερο, ενθάρρυνε την ανάπτυξη ενός τρίτου ρεύματος ανάμεσα σε αυτούς που συνέχισαν τις καταλήψεις: μιας ρεφορμιστικής τάσης που αναζητούσε δρόμους για να μετασχηματίσει το εξεταστικό σύστημα και την πανεπιστημιακή ιεραρχία με τρόπους που να είναι αποδεκτοί από τα πιο "φιλελεύθερα" κομμάτια της άρχουσας τάξης. Μια βδομάδα μετά την κατάληψη της Σορβόνης στις 13 Μάη, στη Συνέλευση των Επιτροπών Δράσης εκφράζονταν φόβοι ότι το κίνημα έμπαινε σε ύφεση καθώς πολλοί φοιτητές άρχιζαν να αποδέχονται την ιδέα ότι αυτά που ζητούσαν μπορούσαν να επιτευχθούν με μεταρρυθμίσεις. Οι υποστηριχτές της "φοιτητικής δύναμης" βρισκόντουσαν αντιμέτωποι με την εσωτερική αντίφαση του ίδιου τους του συνθήματος: την πραγματική αδυναμία των φοιτητών.

Ο ξεσηκωμός των εργατών ήταν εκείνος που δεν άφησε το κίνημα να καταρρεύσει μέσα από τέτοια εσωτερικά προβλήματα. Η εξάπλωση των μαζικών απεργιών το ίδιο Σαββατοκύριακο που άρχιζαν οι ταλαντεύσεις μέσα στις σχολές, πρόσφερε μια εναλλακτική προοπτική απέναντι στο φοιτητικό ρεφορμισμό. Αν και η εργατική έκρηξη επηρεάζονταν από το φοιτητικό κίνημα, είχε μια δική της δυναμική.

Όταν ξεκίνησε η φοιτητική εξέγερση, η συνδικαλιστική οργάνωση των φοιτητών στις σχολές ήταν μικρή. Στους εργατικούς χώρους οι συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις είχαν οργανικές ρίζες, έστω κι αν στους περισσότερους χώρους συμμετείχε ενεργά μόνο μια μειοψηφία.

Πολλοί εργάτες έβλεπαν το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη συνδικαλιστική ομοσπονδία που έλεγχε, την CGT, σαν τις ταξικές τους οργανώσεις. Αυτό δεν ίσχυε μόνο για τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του ΚΚΓ ή για το 1.500.000 μέλη της CGT. Ίσχυε και για πολλούς εργάτες που δεν ανήκαν σε καμιά από τις δύο οργανώσεις αλλά που τις έβλεπαν σαν το μαχητικό δραστήριο κομμάτι που υπεράσπιζε και τα συμφέροντα όλης της εργατικής τάξης. Στις εκλογές στα σωματεία οι μισοί εργαζόμενοι σε χειρωνακτικές εργασίες ψήφιζαν τους υποψηφίους της CGT. Στις βουλευτικές και δημοτικές εκλογές το ΚΚΓ έπαιρνε 5.000.000 ψήφους.

Ακόμα μεγαλύτερη σημασία είχε το γεγονός ότι πολλοί εργάτες, ιδιαίτερα οι πιο ηλικιωμένοι που προέρχονταν από τη γενιά της Αντίστασης και τους προπολεμικούς αγώνες, ένιωθαν δεμένοι με το ΚΚΓ με δεσμούς ισχυρότερους απ' ότι μια ιδεολογική ταύτιση. Είχαν μάθει όλα όσα ήξεραν για τους αγώνες τις εργατικής τάξης μέσα από το Κόμμα. Είχαν γνωρίσει ανθρώπους που πέθαναν επειδή έμειναν πιστοί στις ιδέες του κόμματος στη διάρκεια του πολέμου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ΚΚΓ δεν είχε απλά πολλά μέλη και πολλούς και πολλούς συμπαθούντες, αλλά είχε και τη δυνατότητα να κινητοποιεί τους υποστηριχτές του σε οτιδήποτε αποφάσιζε η ηγεσία. Μπορούσε, για παράδειγμα, να εξασφαλίσει ότι η GCT θα κατέβαζε στη διαδήλωση της 13 Μάη μια δύναμη 20.000 συνδικαλισμένων εργατών, έτοιμων να ακολουθήσουν, σχεδόν με στρατιωτική πειθαρχία, τις εντολές της ηγεσίας του κόμματος και της CGT.

Το ΚΚΓ και η CGT έδειξαν από πολύ νωρίς ότι ήταν αντίθετοι με τη δράση των φοιτητών στις σχολές και πολύ περισσότερο δεν τους ενθουσίαζε καθόλου ότι ο αναβρασμός επεκτείνονταν και στους εργάτες. Ηγετικά στελέχη του κόμματος (όπως ο Ζορζ Μαρσέ, που έμελλε να γίνει ο πλέον αποτυχημένος γενικός γραμματέας που είχε ποτέ το ΚΚΓ) ήταν αντίθετοι ακόμα και με το κάλεσμα της 24ωρης Γενικής Απεργίας στις 13 Μάη και αντιδρούσαν στην υποστήριξη του απεργιακού κινήματος που ξέσπασε αυθόρμητα στο τέλος εκείνης της εβδομάδας.

Όμως οι περισσότεροι ηγέτες του ΚΚΓ και της CGT κατανοούσαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να γυρίζουν τις πλάτες τους σ' ένα κίνημα που είχε ξεκινήσει χωρίς καμιά δική τους πρωτοβουλία. Ανάμεσα στα ίδια τους τα μέλη άρχισαν να εμφανίζονται σημάδια ανταρσίας. Πιο σημαντικό ακόμα ήταν το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΓ έβλεπε ότι μπορούσε να βγει κερδισμένη από μια περιορισμένης έκτασης εργατική κινητοποίηση, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα μπορούσε να την ελέγξει μέσα στα όρια που θα έβαζε η ίδια η ηγεσία.

Πολιτική σημαίνει άσκηση της εξουσίας. Η μοναδική πραγματική εξουσία που είχαν το Κομμουνιστικό Κόμμα και η CGT - σαν διαπραγματευτικό χαρτί στο τραπέζι της αστικής κοινωνίας - προέρχονταν από τη δυνατότητά τους να ελέγχουν ένα τμήμα της εργατικής τάξης.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα επεδίωκε την αύξηση της κοινοβουλευτικής επιρροής του. Στόχος του ήταν να φτιάξει ένα εκλογικό μέτωπο με τα υπολείμματα του Σοσιαλιστικού και του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Ο δρόμος για ένα τέτοιο μέτωπο είχε ανοίξει από πριν. Το 1965 το ΚΚΓ είχε συμφωνήσει με τον πρώην υπουργό Εσωτερικών, Φρανσουά Μιτεράν (ο οποίος αυτοονομάστηκε "σοσιαλιστής" μερικά χρόνια αργότερα) να τον στηρίξει στην εκλογική του εκστρατεία για το προεδρικό αξίωμα. Το 1967 το ΚΚΓ είχε κάνει εκλογική συμφωνία με την Ομοσπονδία της Αριστεράς, ένα συνασπισμό που συνδεόταν με τη δεξιά πτέρυγα των σοσιαλιστών και με το μικροαστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Όμως, ήθελε να σφραγίσει αυτή τη συμφωνία με ένα "κοινό εκλογικό πρόγραμμα" και την εγγύηση ότι στην περίπτωση εκλογικής νίκης θα συμμετείχε στην κυβέρνηση με δικούς του υπουργούς.

Το ΚΚΓ δεν θα μπορούσε να πετύχει αυτές τις συμφωνίες αν δεν έδειχνε στους μελλοντικούς συμμάχους του ότι είχε υποστήριξη μες στην εργατική τάξη που ξεπερνούσε κατά πολύ τη δική τους.  Για το μεγαλύτερο κομμάτι της ηγεσίας του, ο τρόπος για να το κάνει ήταν να μπει μπροστά στο απεργιακό κίνημα και να εξασκήσει σφιχτό έλεγχο πάνω του.

Οι ηγέτες της CGT ήθελαν κι αυτοί να αναγνωριστούν σαν οι νόμιμοι διαπραγματευτές, αν και το ήθελαν περισσότερο απέναντι στην κυβέρνηση και τους εργοδότες παρά απέναντι στην υπόλοιπη κοινοβουλευτική αριστερά. Κύρια επιδίωξή τους ήταν να αναγνωριστεί η CGT από τους εργοδότες σαν ο επίσημος εκφραστής των εργατών. Κάτι τέτοιο μπορούσαν να το πετύχουν μόνο δείχνοντας ότι μπορούσαν να ανοίγουν και να κλείνουν τους εργατικούς αγώνες κατά τη θέλησή τους.

Η 24ωρη απεργία στις 13 Μάη έμοιαζε ότι ταίριαζε εντελώς στους στόχους που έβαζαν. Τους έδινε τη δυνατότητα να ταυτιστούν σε ικανοποιητικό βαθμό με το νικηφόρο φοιτητικό κίνημα και έτσι να ξεπεράσουν και τη δυσαρέσκεια που εμφανιζόταν μέσα στις ίδιες τις γραμμές τους, ενώ ταυτόχρονα θα έκαναν μια επίδειξη δύναμης που θα εντυπωσίαζε τους πάντες. Ήταν σχεδόν σίγουροι ότι ο κίνδυνος να εξαπλωθεί το κίνημα πέρα από την 24ωρη ήταν ελάχιστος.

Όμως όταν οι απεργίες απλώθηκαν αυθόρμητα βρέθηκαν μπροστά σε προβλήματα. Ξαφνικά αντιμετώπιζαν ένα κίνημα που ξέφευγε από τον έλεγχό τους. Αρχικά προσπάθησαν να το θάψουν αποσιωπώντας τις πρώτες απεργίες στη Sud Aviation ή στο Κλεόν. Όμως, από τη στιγμή που το κίνημα συνέχιζε να απλώνεται, θεώρησαν ότι το να μείνουν πίσω θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από το να τρέξουν να μπουν "επικεφαλής" και να το κατευθύνουν σε ελεγχόμενα από τους ίδιους κανάλια. Αυτό άρχισαν να κάνουν από το βράδυ της Πέμπτης.

Δόθηκε εντολή στα μέλη του κόμματος και της CGT, όχι μόνο να υποστηρίξουν τις απεργίες που ξεκινούσαν, αλλά να βγάλουν κι άλλους χώρους σε απεργίες, να αυτοανακηρυχθούν σε απεργιακές επιτροπές, να συμμετέχουν στην περιφρούρηση, να εξασφαλίσουν τον έλεγχο των καταλήψεων. Η εντολή ήταν διπλή: να εξαπλώσουν το κίνημα, αλλά και να το ελέγξουν έτσι ώστε να εξασφαλίσουν ότι θα παρέμενε σε ασφαλή συνδικαλιστικά πλαίσια και δεν θα επηρεαζόταν από επαναστατικές οργανώσεις ή τους φοιτητές.

Το τι σήμαινε αυτό φάνηκε σύντομα στην απεργία της Ρενό Μπιγιανκούρ. Φοιτητές από τη Σορβόνη οργάνωσαν μια "μεγάλη πορεία" συμπαράστασης διασχίζοντας το Παρίσι. Όταν έφτασαν στο εργοστάσιο συνάντησαν "αλυσίδες" από συνδικαλιστές της CGT που τους απαγόρευσαν να μπουν μέσα και να συναντηθούν με τους εργάτες. Αυτή η εικόνα σε μικρότερη κλίμακα επαναλήφθηκε στα περισσότερα εργοστάσια. Οι φοιτητικοί αγώνες μπορεί να είχαν εμπνεύσει τους εργατικούς αγώνες, αλλά το ΚΚΓ και η CGT ήταν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν στους επαναστάτες φοιτητές να επηρεάσουν τους εργάτες "τους".

Προκειμένου να κρατήσουν τον έλεγχο τα στελέχη του κόμματος και της συνομοσπονδίας εμπόδιζαν τους άλλους εργάτες να συμμετέχουν σε συζητήσεις για ζητήματα που προέκυπταν από την ίδια την εξέγερση. Ένας ιστορικός του ΚΚΓ και της CGT αναφέρει:

Αυτό που ενδιέφερε τη συνομοσπονδία μετά τις 17 Μάη ήταν να εξασφαλίσει ότι στις απεργιακές επιτροπές θα εκλέγονταν όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη της CGT.

Έτσι σαν αποτέλεσμα:

Σε αρκετές κινητοποιήσεις... οι καταλήψεις ήταν μαζικές και γεμάτες από ζωντανές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις περιορίστηκαν σε πρωτοβουλίες από τα πάνω, σε καταλήψεις από συνδικαλιστές... Σ' αυτές τις περιπτώσεις οι απεργοί έμειναν σπίτια τους παρακολουθώντας την κρίση να ξετυλίγεται από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο.

Όλα αυτά είχαν σημαντικές συνέπειες στο σύνολο του κινήματος. Η πολιτικοποίηση των φοιτητών και η επίδραση που είχε πάνω σε μια μειοψηφία των εργατών δεν μπορούσε να εξαπλωθεί στη μάζα της εργατικής τάξης, επειδή η πλειοψηφία των εργατών συναντούσε εμπόδια στο να συμμετέχει στη σύγκρουση και στο να συζητάει τα διδάγματα από τον αγώνα.

Ο ρόλος που έπαιξαν το Κομμουνιστικό Κόμμα και η CGT φάνηκε στις διαπραγματεύσεις της Γκρενέλ. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να πραγματοποιήσει αρκετά από τα αιτήματα της συνδικαλιστικής ηγεσίας. Για παράδειγμα, οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό αφορούσαν μόνο έναν στους πέντε εργάτες. Τα πρώτα κομμάτια που ήταν η αιχμή του δόρατος των καταλήψεων δεν πήραν τίποτα. Δεν δόθηκε καμιά εγγύηση ότι θα πληρωθούν οι μέρες τις απεργίας, ότι θα μειωθεί το ωράριο και σύστημα αυτόματης τιμαριθμικής προσαρμογής των μισθών. Παρόλα αυτά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες βγήκαν από την αίθουσα των διαπραγματεύσεων λέγοντας: "Η συμφωνία της Γκρενέλ σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή στις σχέσεις ανάμεσα στα συνδικάτα και την κυβέρνηση". Γιατί; Επειδή επέτρεπε στα συνδικάτα να παίζουν διαμεσολαβητικό ρόλο και να διατηρούν έτσι μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη βάση τους.


Όμως το ΚΚΓ και η CGT ήταν ακόμα αναγκασμένοι να προσέχουν και προς τα αριστερά τους. Αυτός ήταν ο λόγος που η ηγεσία της CGT, μετά από τη μαζική απόρριψη της συμφωνίας από τους εργάτες της Ρενό Μπιγιανκούρ, έδωσε εντολή στα μέλη της να συνεχίσουν τις απεργίες προωθώντας τοπικά αιτήματα.

Η δεύτερη σε μέγεθος ομοσπονδία, η CFDT, είχε ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική από τη CGT όλα τα προηγούμενα χρόνια. Δεν είχε δεσμούς με κανένα κόμμα και ενδιαφερόταν κύρια να αυξήσει τον αριθμό των μελών και την επιρροή της. Πολλά από τα ηγετικά στελέχη της πίστευαν ότι ο τρόπος για να πετύχουν το στόχο τους ήταν ξεκινώντας από σκληρούς αγώνες για τη διεκδίκηση του δικαιώματος για συλλογικές διαπραγματεύσεις σε κάθε χώρο δουλειάς. Μια τέτοια στρατηγική διέφερε από τις οργανωμένες από τα πάνω 24ωρες συμβολικές απεργίες επίδειξης δύναμης που έκανε η CGT. Και όπως συμβαίνει συχνά με τις μικρότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις που ελπίζουν να μεγαλώσουν γρήγορα, οι ηγέτες της CFDT δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αφήνουν πρωτοβουλία στους μαχητικούς συνδικαλιστές της βάσης, εφόσον η δράση των τελευταίων θα τους έφερνε περισσότερα νέα μέλη. Έτσι μια συνομοσπονδία που παραδοσιακά βρισκόταν στα δεξιά της CGT (παλιότερα είχε άτυπους δεσμούς με το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, MRP), τώρα χρησιμοποιούσε αριστερή φρασεολογία και είχε στην ηγεσία της στελέχη που συνδέονταν με το μικρό αριστερό σοσιαλιστικό κόμμα το PSU.

Αν και η CFDT στην αρχή ήταν αντίθετη με το φοιτητικό κίνημα, γρήγορα άλλαξε γνώμη και πολύ πριν τη CGT διακήρυξε την υποστήριξή της στους φοιτητές στήνοντας δεσμούς με την UNEF. Από τη στιγμή που ξέσπασε το απεργιακό κίνημα, οι ηγέτες της CFDT δεν περιορίστηκαν σε σκέτα οικονομικά αιτήματα, όπως η CGT. Για παράδειγμα, έβαλαν το αίτημα της autogestion (αυτοδιαχείριση, εργατικός έλεγχος) χωρίς όμως να ξεκαθαρίζουν αν αυτό σήμαινε συμμετοχή στις υπάρχουσες δομές των διοικητικών εξουσιών ή μια απόπειρα να τις ανατρέψουν.

Όμως, όταν έφτασε η κρίσιμη στιγμή, η CFDT δεν είχε πρόβλημα να κάνει τους ίδιους βρώμικους συμβιβασμούς όπως και η CGT. Δεν απέρριψαν τη συμφωνία της Γκρενέλ (αν και αργότερα προχώρησαν σε μαχητικές καταγγελίες προκειμένου να κερδίσουν τους διαφωνούντες της CGT).

...Το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις της Γκρενέλ απέτυχαν να δώσουν τέλος στις απεργίες, οδήγησε πολλούς αστούς πολιτικούς στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς του Ντε Γκωλ ήταν "τελειωμένο". Αυτό έβαλε μπροστά στους ηγέτες του ΚΚΓ, της CGT και της CFDT ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο στόχος τους ήταν να χρησιμοποιήσουν την ταραχή σαν διαπραγματευτικό ατού για να αυξήσουν τη δύναμή τους στο πλαίσιο του υφιστάμενου πολιτικού, κοινωνικού οικοδομήματος. Όμως τώρα αυτό το οικοδόμημα έμοιαζε να καταρρέει. Ένας ηγέτης της CFDT δήλωνε χαρακτηριστικά ότι "δεν υπήρχε κανείς αξιόπιστος διαπραγματευτής πια στην απέναντι πλευρά".

Οι ηγέτες των συνδικάτων και τα κόμματα άρχισαν να δείχνουν σημάδια πανικού. Δεν σκόπευαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Όμως, αν η κυβέρνηση επρόκειτο να πέσει έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να εξασφαλίσει ότι θα έπεφτε σε χέρια όχι πολύ μακριά από τα δικά τους. Η ηγεσία της CFDT υποστήριξε μια πορεία 40.000 που κάλεσε η UNEF στο συνέδριο Charlety, όπου όλες οι ομιλίες ήταν σε επαναστατικούς τόνους. Αμέσως μετά, η CFDT υιοθέτησε ένα κάλεσμα του Μιτεράν που ζητούσε κυβέρνηση με επικεφαλής τον Μεντές Φρανς. Οι ηγεσίες του ΚΚΓ και της CGT τρομοκρατήθηκαν. Φοβήθηκαν ότι είχαν ξεπεραστεί από ένα κίνημα που συσπείρωνε αυτούς που ήταν στα αριστερά τους με εκείνους που ήταν στα δεξιά τους: ένα μεγάλο κομμάτι των φοιτητών από τη μια πλευρά και τους σοσιαλιστές και ριζοσπάστες πολιτικούς, από την άλλη. Ο μόνος τρόπος για να σταματήσουν τη διαρροή των δικών τους μελών ήταν να οργανώσουν μια δική τους πολιτική εκδήλωση. Την Τετάρτη, (δυο μέρες μετά τη δραματική συνέλευση της Ρενό που απέρριψε τη συμφωνία της Γκρενέλ) κάλεσαν μια μαζική διαδήλωση με αίτημα τη δημιουργία μιας "δημοκρατικής και λαϊκής κυβέρνησης".

Ήταν μια "μπλόφα πάνω στην μπλόφα". Ούτε η CGT και το Κομμουνιστικό Κόμμα, ούτε η CFDT, ο Μιτεράν και ο Μεντές Φρανς ήταν διατεθειμένοι να πάρουν το ρίσκο να δώσουν τη μάχη για να ανατρέψουν τον Ντε Γκωλ. Οι μόνοι που ήταν διατεθειμένοι να το κάνουν ήταν ένα τμήμα των επαναστατών φοιτητών αλλά, χωρίς ρίζες στα εργοστάσια, τους έλειπε η δύναμη. Οι υπόλοιποι το μόνο που ήθελαν ήταν - στην περίπτωση που έπεφτε ο Ντε Γκωλ - να διεκδικήσουν ο καθένας για τον εαυτό του ένα μέρος από τα επινίκια. Αντιμέτωπο το καθεστώς με μια τέτοια δειλή αντιπολίτευση, το μόνο που αρκούσε να κάνει ήταν να απαντήσει στην μπλόφα και να την ξεσκεπάσει ανεβάζοντας τους τόνους του παιχνιδιού. Αυτό ακριβώς έκανε την Πέμπτη 30 Μάη.


Κρις Χάρμαν - Μάης '68, Η προηγούμενη επαναστατική έκρηξη

Σχόλια